Myspace Falling Objects

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ !!! 6 -12ου


Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πόλη όχι πολύ διαφορετική από τη δική σου και σε μια εποχή όχι αλλιώτικη από τη σημερινή, ζούσε ένα μικρό παιδί που δεν έμοιαζε με όλα τα άλλα! Όλα τα άλλα παιδάκια ήθελαν να είναι σουπερ-ήρωες, ο Σπάιντερμαν, ο Μπάτμαν, οι Απίθανοι, ο Μπαζ-λαϊτγίερ! Ο μικρός μας φίλος δεν ήθελε να.....
είναι τίποτα από όλα αυτά! Ήθελε να είναι τραίνο! Ναι, καλά ακούσατε! Όχι μηχανοδηγός, ούτε τεχνίτης, αλλά τραίνο… Σκεφτόταν ότι έτσι, θα μπορούσε να παίρνει πάνω του χιλιάδες κόσμου, ανθρώπους που ο καθένας είχε τη δική του ιστορία και τα δικά του όνειρα για το μέλλον και να τους πηγαίνει στον προορισμό τους! Θα συμμετείχε έτσι, στο όνειρο του καθενός! Έστω και για λίγο, θα γινόταν κομμάτι του ονείρου τους, αλλά και της ζωής τους, χωρίς όμως να τους δεσμεύει… χωρίς να παίρνει κομμάτι από την ελευθερία τους! Θα γινόταν ένα κομμάτι της ιστορίας του καθενός, διακριτικό κι ευγενικό που δε θα εισχωρούσε και δε θα βεβήλωνε τα όνειρά τους! Αυτό ήταν που τον γοήτευε!

Ήταν εποχή Χριστουγέννων και οι ουρανοί ήταν ανοιχτοί, για να ακούσουν τις ευχές και τις προσδοκίες όλων των παιδιών του κόσμου. Τα παιδιά το αισθάνονταν κι εύχονταν όλο και περισσότερο, για παιχνίδια και για χαρές, κι ο μικρός μας φίλος, για άλλη μια φορά, ευχήθηκε να ήταν τραίνο, και οι ουρανοί ήταν ανοικτοί…

Περπατούσε στους γνώριμους δρόμους της πόλης του, που δε διαφέρει πολύ από τη δική σου, μαζί με μια παρέα φίλων και έτσι, χωρίς να το πολυκαταλάβει, βρέθηκε να κοιτάζει τα πάντα από ψιλά!

Είδε κόσμο να μαζεύεται γύρω από το σώμα του, που μέσα σε μια στιγμή, είχε μετασχηματισθεί σε τραίνο! Είδε χιλιάδες ανθρώπους να συνωστίζονται για να επιβιβασθούν στο τραίνο αυτό… Προσδοκίες, όνειρα, επιδιώξεις… δικές τους, υστερόβουλες, προσωπικές ή συλλογικές, με βιαιότητα σκαρφάλωναν στα βαγόνια του χωρίς να λογαριάζουν και πολύ το τραίνο… Φώναζαν, κραύγαζαν, όσοι είχαν ανέβει, προς το πλήθος της αποβάθρας, καλώντας όλο και περισσότερους επάνω. Να αδράξουν την ευκαιρία και να ανέβουν, για τη διαδρομή που έθεταν ως σκοπό… Το υπερφόρτωσαν το τραίνο… το διέλυσαν με την εγωιστική κι αυτάρεσκη συμπεριφορά τους, σκίζοντας, πάνω στη φούρια τους, τα όμορφα και προσεγμένα καθίσματά του, σπάζοντας τα παράθυρα και τις πόρτες του, καταστρέφοντάς και απογυμνώνοντάς το… Βεβηλώνοντάς το… Εκατοντάδες αντικρουόμενες και υστερόβουλες προθέσεις και χιλιάδες άβουλοι, παρασυρμένοι και παραζαλισμένοι επιβάτες… Μεγάλοι, που έσερναν πίσω τους τσούρμο τα παιδιά…

Ο μικρός φίλος μας απέστρεψε το βλέμμα του από το τρισάθλιο θέαμα της βεβήλωσης. Δεν ήθελε πια να είναι τραίνο, όχι! Αν αυτό είναι τραίνο, τότε, ποτέ στη ζωή του δεν ήθελε να είναι τραίνο! Η ευγένεια και η διακριτικότητα, η αθωότητά της παιδικής του ψυχής δε μπορούσε να έχει γίνει, από τη μια στιγμή στην άλλη, ένα υπερφορτωμένο, ξεχαρβαλωμένο τραίνο που αγκομαχούσε σε μια διαδρομή, με το στανιό, προς τις υστερόβουλες επιδιώξεις χιλιάδων επιβατών! Χιλιάδων, που ακάλεστοι, καιροσκόποι και τυχαίοι, χωρίς κόστος, χωρίς κόπο, χωρίς εισιτήριο, είχαν σκαρφαλώσει στα βαγόνια του!

Όχι, ποτέ στη ζωή του δεν ήθελε να είναι τέτοιο τραίνο! Η ευχή του είχε παρεξηγηθεί!

Ευχήθηκε τότε την ευχή όλων των παιδιών του κόσμου… Την πιο απλή ευχή! Ευχήθηκε να μπορούσε να γυρίσει στην αγκαλιά των δικών του… Οι ουρανοί όμως είχαν κλείσει…

Απελπισμένος ευχήθηκε ένα μόνο… Ησυχία…
Όμως είχε τόσο θόρυβο που κανείς δε μπορούσε πια να ακούσει…


(Η ιστορία είναι φανταστική, προϊόν μυθοπλασίας. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και ανθρώπους είναι τυχαία ή προϊόν της σκέψης του αναγνώστη!)


anoikta-pedia.blogspot.com

πηγη...http://ksipnistere.blogspot.com

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΒΡΗΚΕ ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ


Η νύχτα που βρέθηκε ο μικρός Άμπεν στο δάσος, ήταν η πιο παγωμένη νύχτα του χειμώνα.
Tα δέντρα και οι θάμνοι φαίνονται κρυστάλλινα από την παγωνιά.
Το χώμα έχει μια στρώση από άσπρη αφράτο χιόνι.
Όλα είναι τόσο όμορφα που μοιάζουν μαγικά.
Μα είναι στʼ αλήθεια μαγικά, γιατί αυτή η νύχτα είναι μαγεμένη.
Μοιάζουν έτσι γιατί απόψε είναι νύχτα Χριστουγέννων.
Ο Άμπεν είναι μόνος αυτή τη νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη σε ένα παγωμένο δάσος, κρυώνει και φοβάται.
Κάνει μια βόλτα γύρω από το μεγάλο δέντρο, μήπως και βρει κάπου να τρυπώσει.
Διαλέγει μια γωνιά, και κάθεται να ξεκουραστεί.
Κάποια στιγμή σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τον ουρανό.
Εκεί πάνω είχαν μαζευτεί τόσα πολλά αστέρια που σίγουρα κανείς δεν είχε καταφέρει να τα μετρήσει. Έτσι όπως τα κοίταζε, μαγεμένος από την ομορφιά τους, είπε φωναχτά.
«Αχ τι ωραία να ήμουν στον ουρανό ανάμεσά σας.. Να ήμουν κι εγώ ένα αστέρι».
Δεν πέρασε πολλή ώρα και του φάνηκε πως ένα από αυτά του χαμογέλασε, άκουσε μάλιστα μια φωνή να λέει.
«Μην το λες αυτό. Για σένα είναι καλύτερα που είσαι στη γη».
«Ναι αλλά αν ήμουν αστέρι δεν θα κρύωνα και δεν θα φοβόμουν», λέει το αγόρι με παράπονο.
«Ξέρεις όμως πόσες φορές ευχήθηκα να ήμουν κι εγώ ένα αγόρι;» ακούει την ίδια φωνή.
«Εσύ ξέρεις πως η ζωή εδώ κάτω είναι πολύ δύσκολη, κοίτα εμένα, είναι Χριστούγεννα απόψε κι εγώ είμαι μόνος, χαμένος μέσα στο δάσος», λέει με παράπονο ο Άμπεν.
«Δεν είσαι μόνος πια, φωνάζει το αστέρι. Κοίταξέ μας! Όλα τʼ αστέρια εδώ πάνω είμαστε μαζί σου, σε λίγο δεν θα κρυώνεις και δεν θα φοβάσαι.
Περίμενε και θα δεις!»
Τότε έγινε κάτι απίστευτο. Κάτι που μόνο μια νύχτα χριστουγεννιάτικη μπορεί να συμβεί.
Μερικά από τα μικρά αστέρια που λαμπύριζαν κινήθηκαν δεξιά, κινήθηκαν αριστερά, ώσπου ενώθηκαν μεταξύ τους.
Έτσι ενωμένα άρχισαν να χαμηλώνουν και να χαμηλώνουν, ώσπου έφτασαν πάνω από το σώμα του Άμπεν, τον σκέπασαν και τυλίχτηκαν γύρω του.
Το αγόρι ένιωσε τη ζεστασιά τους σαν να τον είχε σκεπάσει το πιο απαλό και ζεστό σκέπασμα. Άκουγε τον αέρα γύρω του να σφυρίζει μανιασμένα, αλλά ο ίδιος ήταν ζεστός κάτω από το αστερένιο του πάπλωμα.
«Είσαι εντάξει Άμπεν;», ψιθύρισαν οι φίλοι του και καθώς ψιθύριζαν, ήταν σαν να τον χάιδευαν οι γονείς και η γιαγιά του μαζί.
«Εντάξει είμαι, ευχαριστώ, δεν κρυώνω και δεν φοβάμαι τώρα που είστε μαζί μου»..
«Αλήθεια, πώς βρέθηκες εδώ απόψε;»
«Ουου... είναι μεγάλη ιστορία»
«Ε και λοιπόν, και η νύχτα απόψε μεγάλη θα είναι, πες μας.
Άλλωστε, η δουλειά των αστεριών αυτή είναι. Να μαθαίνουν τις ανθρώπινες ιστορίες», ψιθύρισαν πάλι όλα μαζί τʼ αστέρια.
«Οι γονείς μου ήρθαν σε τούτα τα μέρη να δουλέψουν κι εγώ πήρα τα μάτια μου να ψάξω να τους βρω», λέει ο Άμπεν με ένα λυγμό.
«Δηλαδή, δεν είσαι από αυτά τα μέρη, από πού έρχεσαι;»
«Ζούσα με τη γιαγιά μου σε μια πόλη μακρινή, δεν θα την έχετε ακουστά».
«Δεν θα την έχουμε ακουστά; Μα τι λες τώρα, εμείς τʼ αστέρια βλέπουμε παντού».
«Αλήθεια, ρωτά με αγωνία ο Άμπεν, τότε, μήπως ξέρετε πού είναι η γιαγιά μου, πριν από ένα μήνα πήγε στον ουρανό»
«Α, μα τότε μην ανησυχείς, έγινε κι αυτή αστέρι. Ίσως μάλιστα είναι ένα από εμάς που σε σκεπάζουμε».
«Αχ, πέστε μου σας παρακαλώ, ποιο από εσάς είναι η γιαγιά μου;»
«Μα αυτό δεν το ξέρουμε ούτε κι εμείς το ξέρουμε. Άλλωστε δεν έχει σημασία, όλοι το ίδιο σʼ αγαπάμε, είπανε τʼ αστέρια.
Και τώρα κοιμήσου, εμείς θα είμαστε εδώ μέχρι να ξημερώσει.
Καλά Χριστούγεννα».
«Καλά Χριστούγεννα», ευχήθηκε ο Άμπεν και έκλεισε τα μάτια του ευτυχισμένος.

Κοιμήθηκε όλη τη νύχτα βαθιά. Όταν ξύπνησε, είδε πως είχε ξημερώσει, κι αυτός βρισκόταν ακουμπισμένος στον κορμό του δέντρου που είχε γείρει το προηγούμενο βράδυ.
Έψαξε με τα χέρια του να βρει το αστερένιο πάπλωμα που την προηγούμενη νύχτα τον είχε σκεπάσει.
Περίεργο, δε βρισκόταν πουθενά εκεί γύρω, αλλά εκείνος αισθανόταν το ίδιο ζεστός, σαν να ήταν ακόμη σκεπασμένος.
Έκανε να σηκωθεί και τότε βλέπει κάτι λαμπερό να πέφτει από το στήθος του και την ίδια στιγμή ακούει μια φωνή.
«Σιγά ντε, με ξύπνησες».

«Μπα τι βλέπω, ξαφνιάζεται ο Άμπεν, εσύ είσαι ένα αστέρι».
«Και βέβαια είμαι ένα αστέρι, μαζί δεν μιλούσαμε χθες βράδυ, ξέχασες;»
«Τι, στʼ αλήθεια έγιναν όλα, δεν ήταν όνειρο;», απορεί το αγόρι.
«Δεν ξέρω τι λες, οι αλήθειες και τα όνειρα είναι όλα ένα»
«Τότε, πού είναι το αστερένιο μου πάπλωμα;»
«Α, τώρα κατάλαβα, λέει το αστέρι να σου εξηγήσω λοιπόν.
Μόλις χάραξε, οι φίλοι μου έπρεπε να γυρίσουν πίσω. Βλέπεις τʼ αστέρια είναι χρήσιμα μόνο τη νύχτα, την ημέρα δεν κάνουν την ίδια δουλειά».
«Κι εσύ τι κάνεις εδώ;»
«Εγώ ήθελα να μείνω στη γη, θέλω να σε βοηθήσω να βρεις τους γονείς σου.
Έτσι κι αλλιώς, υπάρχουν μερικά αστέρια που δε ζουν στον ουρανό, βρίσκουν έναν άνθρωπο και ζουν μαζί του.
Εγώ πάντα προτιμούσα να είμαι αγόρι, παρά αστέρι. Από δω και πέρα θα με κουβαλάς μαζί σου».

Ο Άμπεν κοίταξε γύρω του.
Το δάσος είναι το ίδιο παγωμένο, τα δέντρα και οι θάμνοι μοιάζουν κρυστάλλινα, όπως και τη νύχτα που πέρασε.
Ο ίδιος όμως νιώθει διαφορετικά. Δε φοβάται δεν κρυώνει, δεν είναι δυστυχισμένος.
Πέρασε μια μοναδική Χριστουγεννιάτικη νύχτα.
Είναι ίσως το μοναδικό αγόρι που το είχε σκεπάσει ένα αστερένιο πάπλωμα., ίσως πάλι αυτό να έχει συμβεί σε πολλά παιδιά
Για ένα είναι σίγουρος. Τώρα που βρήκε ένα αστέρι, όλα θα πάνε καλά.
Θυμήθηκε τα λόγια της γιαγιάς.
«Τις χριστουγεννιάτικες νύχτες να έχεις τα μάτια σου στον ουρανό και τότε μπορεί να βρεις κι εσύ το δικό σου αστέρι».
«Καλά Χριστούγεννα», φώναξε δυνατά ο Άμπεν και ακούστηκε σε όλο το δάσος.
«Καλά Χριστούγεννα», αντιλάλησαν τα κρυσταλλένια δέντρα.
«Καλά Χριστούγεννα», ευχήθηκε και το μικρό αστέρι και τρύπωσε στον κόρφο του.

www.hamomilaki.blogspot.com

ΕΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ


Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων και ο Τίνκερ, το σκιουράκι, φορώντας τα πιο ζεστά του ρούχα, χουζούρευε στο σπιτάκι του, μέσα στη μεγάλη βελανιδιά. Κοιτούσε μια από τις εικόνες του βιβλίου του. "Αχ !" αναστέναξε κλείνοντας το βιβλίο.

Εκείνη τη στιγμή περνούσε απέξω χοροπηδώντας η κυρία Κουνελίτσα, και άκουσε τον Τίνκερ ν' αναστενάζει. Η κυρία Κουνελίτσα συμπαθούσε τον Τίνκερ και ήξερε ότι συνήθως ήταν πολύ χαρούμενος. Της φάνηκε λοιπόν παράξενο, που τον άκουσε ν' αναστενάζει.
"Τι σου συμβαίνει, Τίνκερ;" τον ρώτησε με γλυκιά φωνή.

Ο Τίνκερ έβγαλε το κεφαλάκι του στην κουφάλα του δέντρου. "Ε, να, είδα το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο βιβλίο μου. Ήταν στολισμένο με γυαλιστερές μπάλες και όμορφα φωτάκια, που λαμπύριζαν σαν αστέρια".

Ο Τίνκερ έδειξε την εικόνα στην κυρία Κουνελίτσα. "Πραγματικά, είναι πολύ όμορφο", είπε αυτή. "Μακάρι να είχα κι εγώ ένα τόσο όμορφο δέντρο, αντί γι' αυτή τη βαρετή, καφετιά βελανιδιά", είπε ο Τίνκερ. "Μη στενοχωριέσαι, Τίνκερ", είπε η κυρία Κουνελίτσα.
"Σύντομα θα ξανάρθει η άνοιξη και το δέντρο σου θα γεμίσει όμορφα, καταπράσινα φύλλα".

"Ναι, έχεις δίκια", αποκρίθηκε ο Τίνκερ. "Ωστόσο, πολύ θα ήθελα να ήταν πιο όμορφη η βελανιδιά μου, για τα Χριστούγεννα".
"Πήγαινε να πλαγιάσεις τώρα", είπε καλοσυνάτα η κυρία Κουνελίτσα. ¨Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα".

Η κυρία Κουνελίτσα τον αποχαιρέτησε κι έφυγε. Όμως, δεν ήθελε να είναι ο φίλος της στενοχωρημένος τις μέρες των Χριστουγέννων. Μήπως μπορούσε, άραγε, κάπως να το βοηθήσει;

Στον δρόμο για το σπίτι της συνάντησε κι άλλα ζωάκια: τον Λαγό Χέρμπερτ, το Ποντικούλη Φρέντι και την Νταίζη, τη Σκιουρίνα. Τους είπε για το δέντρο που είχε δει ο Τίνκερ στο βιβλίο του, και πόσο στενοχωριόταν το σκιουράκι, που το δικό του δέντρο ήταν ολόγυμνο.
"Πολύ το συμπαθώ αυτό το σκιουράκι", είπε η κυρία Κουνελίτσα.

"Θα ήταν υπέροχο να κάναμε γι' αυτόν κάτι το ξεχωριστό, φέτος τα Χριστούγεννα".
"Ναι, αλλά τι;" ρώτησαν ο Φρέντι και ο Χέρμπερτ με μια φωνή.
"Έχω μια ιδέα", είπε η Κουνελίτσα. "Ακολουθήστε με".

Το άλλο πρωί, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, Ο Τίνκερ ξύπνησε από θορύβους και φωνές. Έσκυψε από το δέντρο του να δει ποιος έκανε όλη αυτή τη φασαρία - κι αντίκρισε τους φίλους του, που είχαν μαζευτεί γύρω από τον κορμό του δέντρου.

"Καλά Χριστούγεννα, Τίνκερ", φώναξαν όλοι μαζί. Ο Τίνκερ κοίταξε γύρω και δεν πίστευε στα μάτια του. Όσο εκείνος κοιμόταν, οι φίλοι του δούλευαν σκληρά για να του κάνουν έκπληξη.

Είχαν μαζέψει κουκουνάρια, μούρα, καρύδια, γκι και πουρναρόφυλλα. Κάποιες αράχνες, μάλιστα, είχαν υφάνει περίτεχνους ιστούς. Όταν τα ζωάκια συγκέντρωσαν όλα όσα χρειάζονταν, άρχισαν να στολίζουν το δέντρο.

Τώρα, τα δώρα τους κρέμονταν από τα κλαριά και η γέρικη βελανιδιά δεν ήταν πια γυμνή και βαρετή. Κι όταν άρχισε, σε λίγο, να χιονίζει, το δέντρο λαμποκοπούσε από τις ρίζες μέχρι την κορφή. "Είναι πανέμορφο", είπε ο Τίνκερ. "Πολύ πιο όμορφο από το δέντρο του βιβλίου. Σας ευχαριστώ όλους, πάρα πολύ. Κανείς άλλος δεν μου είχε κάνει ποτέ ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δώρο".

www.christmas.pathfinder.gr

Ο ΜΙΚΡΟΥΛΗΣ ΑΙ ΒΑΣΙΛΗΣ


Πολύ πολύ μακριά στο βορρά, εκεί όπου τα πρώτα χιόνια πέφτουν, όταν εμείς εδώ έχουμε ακόμη καλοκαίρι, βρίσκεται καλά κρυμμένο το χωριό των Αϊ-Βασίληδων. Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε εκεί ένας μικρούλης Αϊ-Βασίλης που δεν έβλεπε την ώρα να έρθουν τα Χριστούγεννα.

Ήταν πάντα ο πρώτος που έπαιρνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο του από το μεγάλο δάσος. Και ήταν πάντα ο πρώτος που γυάλιζε το έλκηθρό του, λούστραρε τις μπότες του και αέριζε το παλτό του.

Όταν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες δεν είχαν αποφασίσει ακόμη τι δώρα θα πήγαιναν στα παιδιά, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είχε ήδη ετοιμάσει και τυλίξει τα δώρα.

Περισσότερο του άρεσε να δωρίζει πράγματα που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια. Ήξερε να φτιάχνει όλα τα παιχνίδια: πολύχρωμα αυτοκινητάκια και σκυλάκια με βούλες, ξύλινα αλογάκια, κουκλόσπιτα&

Κι έψηνε υπέροχα γλυκά. Ήξερε να φτιάχνει κουλουράκια με κανέλα σε σχήμα αστεριών, μελόπιτες, χρωματιστά μπαστουνάκια& Και τα μελομακάρονά του ήταν τα καλύτερα του κόσμου. Όταν τελείωνε το τύλιγμα των δώρων και το ψήσιμο των γλυκών, περίμενε με περισσότερη λαχτάρα το ταξίδι στα παιδιά από οποιονδήποτε άλλο Αϊ-Βασίλη. Και κάθε χρόνο τα ίδια&

«Όχι, δεν μπορείς να έρθεις μαζί μας» είπε ο αρχηγός Αϊ-Βασίλης, που αποφάσιζε για τα πάντα στο χωριό των Αϊ-Βασίληδων. «Είσαι πολύ μικρός». «Τα παιδιά θα σκάσουν στα γέλια» φώναξε ένας αγενέστατος νεαρός Αϊ-Βασίλης. «Ιδιαίτερα όταν τον δούνε» είπε, γελώντας ένας άλλος. «Πάνω στο μικροσκοπικό του έλκηθρο» φώναξε ένας τρίτος. Ήταν πολύ άσχημο αυτό που έκαναν, και λίγο έλειψε ο αρχηγός να τους αφήσει κι αυτούς στο σπίτι.

Όμως φέτος είχαν να δώσουν τόσο πολλά δώρα, που δεν μπορούσε να αφήσει πίσω κανέναν από τους νεαρούς Αϊ-Βασίληδες. Γι' αυτό τους κοίταξε μονάχα πολύ αυστηρά και είπε: «Να φέρεστε καλύτερα!». Και στο μικρούλη Αϊ-Βασίλη είπε:«Του χρόνου ίσως». Αλλά ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν μπορούσε να το πιστέψει τόσο εύκολα πια.

Όταν έφυγαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν ήθελε ούτε να βλέπει ούτε να ακούει τίποτα. Έκλεισε τα παντζούρια κι έκατσε ολομόναχος στο δωμάτιό του. Δεν τον πείραζε που ήταν μικρότερος από τους άλλους. Αλλά τον στεναχωρούσε πολύ που δεν μπορούσε να πάει μαζί τους στο ταξίδι τους για τα παιδιά.

Μόνο όταν έπεσε η νύχτα, και τα πάντα είχαν πια ησυχάσει και ερημώσει, βγήκε από το σπίτι. Αφού δεν μπορούσε να ταξιδέψει, ήθελε τουλάχιστο να ξεμουδιάσει λιγάκι. Τα αστέρια έλαμπαν, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης όμως δε σήκωνε το βλέμμα να τα κοιτάξει. Κάπου εκεί ψηλά βρίσκονταν τώρα οι άλλοι με τα έλκηθρά τους που τα έσερναν τάρανδοι& Και τότε ξαφνικά ακούστηκαν φωνές από το μεγάλο δάσος. Στο μεγάλο δάσος ζούσαν τα ζώα. Τι να συζητούσαν άραγε τόσο αργά το βράδυ;

Τι καλά που ήταν τόσο μικρός! Έτσι μπορούσε να πλησιάσει στα κλεφτά χωρίς να τον δουν τα ζώα. Ήταν όλα τους εκεί: ο σκίουρος και ο λαγός,

η αρκούδα, το ζαρκάδι, τα ποντίκια& κι ήταν όλα τους πολύ κακόκεφα. «Είναι τρομερό» μούγκρισε η αρκούδα. «Οι Αϊ-Βασίληδες επισκέπτονται τους ανθρώπους, αλλά όχι τα ζώα». «Αν και δε θα χρειαζόταν να πάνε και πολύ μακριά» παραπονέθηκε ο λαγός. «Έτσι γινόταν πάντα» είπε η γριά κουκουβάγια. «Φοβάμαι ότι αυτό δε θα αλλάξει ποτέ».

Κι όμως άλλαξε! Γιατί, αμέσως μόλις το άκουσε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης, έφυγε από εκεί πολύ πολύ αθόρυβα, πατώντας στα νύχια των ποδιών του, κι έτρεξε στο σπίτι. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη, στοίβαξε τα δώρα στο έλκηθρο, και αμέσως ξαναπήρε το δρόμο της επιστροφής. Μόνο που δεν του είχαν μείνει καθόλου τάρανδοι, αφού όλοι είχαν φύγει. Αλλά και μόνος του μπορούσε να σύρει το έλκηθρο μέχρι το μεγάλο δάσος.

Εκείνο το βράδυ τα ζώα έστησαν τέτοια γιορτή, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί το μεγάλο δάσος. Ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης έδωσε σε όλα τα ζώα από ένα δώρο, περισσότερο από όλα, όμως, χάρηκε η κατσούφα αρκούδα ποτέ στη ζωή της δεν είχε πάρει δώρο. Και πιο περήφανη από όλα ήταν η κουκουβάγια πήρε ένα ολοκαίνουριο πουλόβερ και ήταν σίγουρα το πιο κομψό πουλί του δάσους.

Αμέσως μόλις επέστρεψαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης παρουσιάστηκε μπροστά στον αρχηγό και του διηγήθηκε τι είχε γίνει στο μεγάλο δάσος. Ο αρχηγός έμεινε έκπληκτος και τον ανακήρυξε Αϊ-Βασίλη των ζώων.

«Μπράβο!» φώναξαν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες και τον ζητωκραύγασαν. Τρεις φορές μάλιστα! Από τότε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είναι το ίδιο σημαντικός με τους μεγάλους.

www.christmas.pathfinder.gr

ΤΟ ΦΙΔΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Με όλη την οικογένεια των φιδιών να παρακολουθεί τηλεόραση, ο Σάμυ ρώτησε την μαμά του «Μαμά τι είναι αυτό που βλέπω;» και η μητέρα του απάντησε «Δεν θα μάθεις ποτέ μικρέ μου, αυτό δεν είναι για φίδια, είναι χιόνι. Το φιδίσιο αίμα μας χρειάζεται τον καλοκαιρινό ήλιο, στο χιόνι εμείς θα παγώσουμε και θα πεθάνουμε.

Γι αυτό και τους χειμερινούς μήνες κοιμόμαστε ή κρυβόμαστε. 'Oσο υπάρχει χιόνι όλα τα φίδια είναι κρυμμένα». Ο μικρούλης Σάμυ όμως ονειρευόταν τις παγωμένες νιφάδες και το μυαλουδάκι του αμφέβαλλε «για όνομα του θεού, απλά θα το σκάσω κρυφά και κανένας δεν θα το μάθει, και θα διασκεδάσω με το χιόνι».

Πέταξε το παλιό του δέρμα και το χρησιμοποίησε ως καμουφλάζ για να δείξει ότι κοιμάται, το σκέπασε με το πάπλωμά του και περίμενε να καθαρίσει το πεδίο για να φύγει από την φωλιά. Και έτσι κι έγινε. Ήταν εκεί και το χιόνι και τον περίμενε, τόσο απαλό και γυαλιστερά λευκό, κυλίστηκε μέσα και πάνω το. Αυτό το μικρό φιδάκι τελικά λάτρευε το χιόνι. 'Eπαιζε φτιάχνοντας σχεδιάκια και καθώς χτύπησαν οι βραδινές καμπάνες είχε ήδη φύγει ο ήλιος και το σκοτάδι ήταν βαθύ. Τότε μόνο ανακάλυψε ο μικρός Σάμυ ότι είχε χάσει το δεύτερο στρώμα του δέρματός του.

'Aρχισε να κρυώνει πολύ και σύντομα η αναπνοή το άρχισε να πέφτει. Είχε παγώσει και η γλώσσα του και η μύτη του σκεπάζονταν από πάγο. Δεν μπορούσε να κινηθεί όπως πριν και άρχισε να γλιστράει. «Πρέπει να κάνω κάτι σύντομα, πριν γίνω παγοκολώνα» σκέφτηκε. Και τότε ξαφνικά από τον ουρανό ήρθε ένα μικρό έλκηθρο. «Η απάντηση στις προσευχές μου» σκέφτηκε ο μικρούλης «ίσως και να επιβιώσω αν καταφέρω να τυλιχτώ εκεί». Είδε μερικά τριχωτά πλασματάκια εκεί κοντά αλλά το κρύο τον έκαναν και ξεπέρασε τον φόβο του.

'Eφτασε το έλκηθρο και οι ελπίδες του λιγόστευαν καθώς σκαρφάλωνε με πόνο επάνω του. αλλά αυτό δεν τον βοήθησε, αντιθέτως ένιωσε περισσότερο κρύο. Ξαφνικά είδε ένα πλαστικό ραβδί που μπορούσε να τον προστατεύσει από τον καιρό και είχε τριγύρω του δέρμα. Τυλίχτηκε γύρω από αυτό και έλπιζε να επιβιώσει.

Είδε έναν μεγάλο χονδρό άντρα με λευκά γένια και μια χαζούλικη γκριμάτσα να ανεβαίνει στο έλκηθρο και συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι αυτά τα τριχωτά πλάσματα έσερναν το έλκηθρό του. Κοίταξε πιο προσεκτικά τριγύρω του και είδε μια κόκκινη στολή και τις οπλές των ταράνδων. Δεν το πίστευε είχε εμπρός του τον Αϊ Βασίλη!!

Και έτσι καθώς ο μικρούλης καημενούλης Σάμυ προσπαθούσε να κρυφτεί, ο 'Aγιος Βασίλης ξεκινούσε φωνάζοντας «Πάνω και ψηλά, πάνω και ψηλά». Ο Σάμυ νόμιζε ότι ο ουρανός γινόταν ολοένα και πιο κρύος και έσκυψε το κεφάλι του κάτω από το χερούλι. 'Eλπιζε ότι ο 'Aγιος δεν θα τον καταλάβαινε και μόνο η ουρά του φαινότανε λίγο.

Κάθε φορά προσγειώνονταν σε μια σκεπή και σύντομα ήτανε και πάλι πάνω στον ουρανό, και τότε άκουσε «πήγαινε Πράνσερ, κουνήσου Ντάνσερ μην χαμηλώνεις, για να κρατήσω την προσοχή σας σε αυτό το ταξίδι μου φαίνεται ότι θα πρέπει να χρησιμοποιήσω το μαστίγιό μου» και άρπαξε το μαστίγιο τόσο συνηθισμένα μιας και το χε κάνει τόσες φορές όμως του φάνηκε χαλαρό και κάπως γλοιώδες.

Ήταν επειδή στο χέρι του είχε τον Σάμυ. Και αυτό το μαστίγιο δεν έκανε ούτε κρακ απλά σίγησε στον αέρα. Και καθώς ο 'Aγιος χάζεψε με μεγάλη έκπληξη, τα φοβισμένα φιδίσια ματάκια τον κοίταξαν πίσω. Ο Αϊ Βασίλης αναφώνησε «για το όνομα του θεού, το μαστίγιό μου μετατράπηκε σε ένα φίδι!!!» και ο καημενούλης ο Σάμυ βρήκε μόνο αυτές τις λέξεις να πει «κρύωνα τόσο και θα πάγωνα αν δεν ερχόμουν εδώ....είναι χειμώνας και τα φίδια δεν πρέπει να κυκλοφορούν όμως εγώ αγαπώ το χιόνι και έπρεπε να παίξω μαζί του, με προειδοποίησε η μαμά μου αλλά εγώ δεν την άκουσα και θα ήμουν σίγουρα νεκρό αν δεν ήσουνα εσύ..».

Ο Αϊ Βασίλης απάντησε «κοίτα τι θα κάνουμε, θα με βοηθήσεις πριν να φύγε τελείως η νύχτα και θα κάνεις το μαστίγιο για να τους κάνεις να πηγαίνουν πιο γρήγορα». Κρίμα που δεν το δε αυτό ο κόσμος, ήταν πραγματικά αστείο!! Οι τάρανδοι γέλαγαν και τραγουδούσαν «ο 'Aγιος Βασίλης έρχεται στην πόλη..» και η νύχτα έμοιαζε να περνάει πετώντας, μοιράζοντας τα δώρα κατά μήκος του ουρανού.

Ο 'Aγιος έλεγξε προσεκτικά την λίστα με δώρα και μόλις βεβαιώθηκε ότι δεν λείπει κανένα από κανένα παιδί , ξαφνικά βγήκε και ο πρωινός ήλιος. Και 'Aγιος φώναξε «αυτό είναι παιδιά, τελειώσαμε! Μέχρι τώρα η γυναίκα μου και τα ξωτικά θα ξέρουν ότι σώσαμε τον Σάμυ από το χιόνι».

Στο σπίτι του Αϊ Βασίλη λέγανε την ιστορία και ο Σάμυ άστραφτε από χαρά αλλά παρόλα αυτά δεν ξεχνούσε πόσο φοβήθηκε το κρύο και την νύχτα. Η γυναίκα του Αϊ Βασίλη άνοιξε το κουτί με τα πλεκτά της και έφτιαξε του Σάμυ δύο κάλτσες σαν σωλήνες, η κόκκινη ήταν για να την φοράει και η πράσινη για ανταλλακτική. «Τώρα πρέπει να μας πεις αν θες να μείνεις ή αν θες να φύγεις και να πας σπίτι σου.

Πάω στοίχημα ότι η μαμά σου θα έχει ανησυχήσει πάρα πολύ. Πάντως αν θες οι φίλοι μου θα σε πάνε μέχρι εκεί» είπε ο Αϊ Βασίλης. «Θέλω να πάω σπίτι μου, μου λείπει η μαμά μου πάρα πολύ, θα τους ειδοποιήσω για το τι βρίσκετε εδώ πάνω και θα βεβαιωθώ ότι όλοι θα παραμείνουν κάτω όλο τον χειμώνα. Δεν ήθελα να το σκάσω, θα θελα να πάω πίσω σπίτι. 'Oμως επειδή η μαμά θα είναι και θυμωμένη θα ήθελα να της γράφατε ένα μικρό γράμμα» είπε ο Σάμυ.

Ο Αϊ Βασίλης γέλασε και είπε «αυτό το μήνυμα θα πάει και μέσω Ιντερνετ «ετοίμασε ένα πάρτι καλωσορίσματος για τον γιο σου, όλος ο κόσμος είναι περήφανος για αυτό που έκανε» Και όταν ο Σάμυ πήγε σπίτι όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι και τον αγκάλιασαν και τον φίλησαν και ο Αϊ Βασίλης είπε.. «είναι και κάτι που πρέπει να ξέρεις.

Κάθε 25η Δεκεμβρίου θα θυμόμαστε όλοι την ειδική μας βόλτα και σε κάθε χριστουγεννιάτικο ταξίδι μας θα σε σκεφτόμαστε σαν το χριστουγεννιάτικο φίδι μας!! Είσαι ο Σάμυ Ήρωας» Τώρα ο Σάμυ το φιδάκι είναι πίσω στο σπίτι του φορώντας το πράσινο καλτσάκι, είναι ζεστός χαρούμενος και ευτυχισμένος και η μαμά του είναι σίγουρη ότι θα μείνει μέσα όταν χιονίζει.

www.christmas.pathfinder.gr

ΦΡΕΝΤΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΞΩΤΙΚΩΝ


Κάποτε, τα μικρά ξωτικά του Αϊ Βασίλη λαχτάρισαν και αυτά λίγη αναγνώριση για αυτά. Δούλευαν όλο το χρόνο σκληρά προετοιμάζοντας τα δώρα και τα πακέτα, ενώ οι τάρανδοι έρχονταν μόνο για μια μέρα. Και μόνο για αυτήν την απλή νυχτερινή βόλτα, τα ονόματά τους τραγουδιόντουσαν από όλα τα παιδιά σε όλο τον κόσμο για πολύ καιρό.

Τώρα είναι αυτό δίκαιο; Εσείς μπορείτε να σκεφτείτε έστω και ένα μόνο όνομα ξωτικού; Αυτοί, οι μικροί τύποι, που φτιάχνουν και ετοιμάζουν τα δώρα που ο 'Aγιος Βασίλης πηγαίνει σε αγόρια και κορίτσια. Γι αυτόν τον λόγο σκέφτηκαν ότι δεν θα ήταν λάθος να γράψουν ένα τραγουδάκι και για τα ξωτικά, και έτσι και έκαναν!! 'Eγραψαν το τραγούδι των Μεγάλων Ξωτικών. «Ζήτω τα μεγάλα ξωτικά, ο Μπιλ και ο Χάρυ, ο Τσάρλυ, ο Ρότζερ, ο Γουίλι, η Μαίρη, η Ρόζι, ο Τεντ και ο Φρέντ, ο Τζο και ο Χιούι, η Ρούθ και ο Μπο».

Και αυτό ήταν το τραγούδι στροφή παρά στροφή, και κάθε νέα τροφή το κανε και χειρότερο. 'Oταν ο γέρο Αϊ Βασίλης άκουσε το τραγούδι τους διαπίστωσε ότι διαρκεί σαράντα ολόκληρα λεπτά!! Ξεκίνησε λέγοντας «Χο, χο, χο!!» σε δέκα στίχους φώναξε «χόα!! Να ένα πράγμα που είμαι σίγουρος μικρά μου ξωτικά, αυτό το τραγούδι είναι μια λίστα από ονόματα που δεν θα πιάσει ποτέ και κανείς δεν θα το θυμάται!!

Αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να επιδείξετε έναν από σας ως ήρωα και όταν όλα τα ξωτικά θα ζητωκραυγάζουν θα είναι για όλα τα ξωτικά στην γη του Αϊ Βασίλη!! Πρέπει όμως να κάνετε καλή επιλογή και να εκλέξετε για ήρωά σας τον πιο διάσημο μετά όμως που θα ψηφίσετε». Μετά από πάρα πολύ κόπο και ψάξιμο τα ξωτικά έβγαλαν τους υποψήφιους και ψήφισαν. Επιτέλους βρέθηκε ο ήρωάς τους. Λεγόταν Φρέντι και τον Ονόμασαν Φιλικό Φρέντι.

Και ο νέος ήρωας κέρδιζε όλα τα προνόμια, ήταν και ο πρώτος και έπαιρνε όλο άριστα στο σχολείο. Και να μερικά ταλέντα του...έκανε ουρά στον χορό από μόνος του, έπαιζε πολύ καλά το βιολί, μπορούσε να λύσει και το δυσκολότερο πρόβλημα. 'Eξυπνο και όμορφο μαζί!! Και ψηλό, στις μύτες των ποδιών του έβλεπε άνετα πάνω από το γόνατο του ψηλότερου τάρανδου.

Ανάμεσα στα ζήτω των ξωτικών ο Αϊ Βασίλης μίλησε και έδωσε το χέρι του στον Φρέντι. «Φιλικέ Φρέντι, νομίζω ότι ίσως πετάξεις μαζί μου και διαβάσεις τους χάρτες». Του Φρέντ του πήρε ένα λεπτό να το καταλάβει..

Αυτός θα ήταν το πρώτο ξωτικό που θα πετούσε!! Και η μικρή καρδιά του πήγε να σπάσει από συγκίνηση. Αναφώνησε «θα είμαι με τον Αϊ Βασίλη!!» Από τότε και στο εξής, κάθε βραδιά Χριστουγέννων, ο Φρέντι βρίσκετε εκεί δεξιά του Αϊ Βασίλη, χωρίς αυτόν ο 'Aγιος Βασίλης δεν θα ήξερε πως να έφτανε στον προορισμό του.

Με αυτούς τους χάρτες, ο Φρέντ είναι σίγουρος ότι είναι ένας εξπέρ της Γεωγραφίας. Τώρα όλα τα ξωτικά είναι περήφανα και τραγουδάνε το τραγούδι τους που λέγετε «Πάνω στις καμινάδες» και πάει κάπως έτσι : «Πάνω στις καμινάδες πάει ο δικός μας Φρέντ, ντυμένος στο κόκκινο κουστούμι του, βοηθά τον Αϊ Βασίλη να μοιράσει τα δώρα που έφτιαξαν τα άλλα ξωτικά για τα μικρά παιδιά.

Πήγαινε Φρέντ, πήγαινε και μπράβο, είμαστε πολύ περήφανοι για σένα!!» Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν άρχισε να αναγνωρίζετε και η δουλειά των μικρών ξωτικών και όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι, ζώντας αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, και αν ποτέ δείτε τον Αϊ Βασίλη, να ξέρετε ότι αυτό το μικρό ανθρωπάκι δίπλα του, είναι ο Φρέντ!!!

www.christmas.pathfinder.gr

Ο ΕΝΤΙ ΤΟ ΕΛΑΦΙ ΜΕ ΤΗΝ ΜΠΛΕ ΜΥΤΗ


Ο 'Eντι το ελαφάκι καθόταν όλη μέρα σπίτι του. Δεν μπορούσε ούτε να παίξει ούτε να δουλέψει. Ήταν αποθαρρυμένος και ενοχλημένος. Αυτό το θλιμμένο νεαρό ελαφάκι ήταν άνεργο !!! Είχε πολλές συνεντεύξεις για δουλειά αλλά όλες πάντα κατέληγαν με άσχημο τρόπο. Θα πήγαινε αλλά θα έλεγαν «Συγνώμη αλλά δεν προσλαμβάνουμε ελαφάκια σήμερα». Ο 'Eντι έκλαιγε και έλεγε «Μα ποιος είναι ο σκοπός; Η ζωή μου είναι γεμάτη από ελαφίσιες προσβολές». Η μαμά του έλεγε «Δεν έχεις καμία δικαιολογία να κοιμάσαι όλη μέρα σαν τεμπέλικο ελάφι!! Αυτό δεν είναι θέμα διακρίσεων αλλά θέμα αποφασιστικότητας. Κράτα λοιπόν τώρα ψηλά το κεφάλι και τα κέρατά σου, θα βρεις δουλειά, απλά προσπάθησε, προσπάθησε, προσπάθησε!!»

Και τότε έβγαλε την εφημερίδα από το συρτάρι και αφού έριξε μια ματιά άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό διαβάζοντας την παρακάτω αγγελία «Ζητείται ελάφι από τον 'Aγιο Βασίλη». Και αμέσως τηλεφώνησε! Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο αναφώνησε «Ο 'Aγιος Βασίλης ψάχνει 10 ελάφια επειγόντως!! Μου είπαν να πας αύριο στις 8 και να ξεκινήσεις υπάρχει πολύ δουλειά που πρέπει να γίνει και γι αυτό μην αργήσεις!!».

Ο 'Eντι λοιπόν χτένισε τη γούνα του πολύ καλά και γυάλισε ακόμη και τις οπλές του. Κατά τις 7 άρχισε να μαζεύεται πλήθος ελαφιών στο σπίτι του Αϊ Βασίλη, στην οδό Βορείου Πόλου. Ο 'Eντι δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ήταν περιτριγυρισμένος από μικρούς τύπους. Είσαι τάρανδος; Τον ρωτούσαν όλοι «'Oχι, είμαι ελάφι!» απαντούσε περήφανα.

«Είσαι ελάφι ; και τι μπορείς να κάνεις;» ρώτησαν αμέσως. «θα κάνω ότι με θέλει ο Αϊ Βασίλης, ήρθα να δουλέψω για τον Αϊ Βασίλη, η μαμά μου μου διάβασε αυτήν την αγγελία και μου είπε ότι εμείς τα ελάφια είμαστε άκρως απαραίτητα!». «Μα το πρόβλημά σου είναι το μέγεθός σου, η αγγελία ήταν για μας τους μικρούληδες, μην ντραπείς που ήρθες γιατί τα ξωτικά και τα ελάφια ακούγονται το ίδιο! Αλλά και παρόλο που δεν είσαι ξωτικό θα πρέπει να πας και να μιλήσεις ο ίδιος στον Αϊ Βασίλη. Θα σε οδηγήσω εγώ σε αυτόν αμέσως, είμαι ένα από τα ξωτικά του, λέγε με Ρέι» είπε το μικρό ανθρωπάκι και προχώρησε μπροστά δείχνοντας στον 'Eντι τον δρόμο για τον Αϊ Βασίλη.

Και μετά που ο Ρέι ενημέρωσε τον Αϊ Βασίλη για τον 'Eντι, ο Αϊ Βασίλης κρυφογέλασε και είπε «χο, χο, χο. Πες στην μαμά σου ότι πρέπει να φοράει τα γυαλιά της όταν διαβάζει». Μετά τον ανέλαβε ένας τάρανδος και του είπε «μέχρι τότε θα σκεφτώ κάτι. Θα σε έχω στην λίστα με τους τάρανδους, και ίσως μάθεις να υπηρετείς ως αναπληρωματικός τάρανδος. Τώρα αν προσπαθήσεις, σου υπόσχομαι ότι θα μάθεις και να πετάς».

Μα έπεσε τόσες φορές! Κι όμως πολύ σύντομα έμαθε να πετά αρκετά καλά. Αλλά τα ελάφια, βλέπεις, είναι βαρύτερα, με κέρατα σαν κλαδιά δέντρου και έτσι ήταν κάπως αργός σε σύγκριση με την ταχύτητα που αναπτύσσουν οι τάρανδοι. Ναι, ο 'Eντι ήταν λίγο αργός, οι βαριές οπλές του γλιστρούσαν στο χιόνι και μέσα από την σκεπή περνούσε μια οπλή. Ο τάρανδος δεν έδειχνε να νοιάζεται και είπε «Μπράβο, τα πας πολύ καλά, κρατήσου». Αλλά ο 'Eντι σύντομα άρχισε να φοβάται. Δεν μπορείς να μετατρέψεις το ξωτικό σε ελάφι.

Ο Πράνσερ και ο 'Eντι ήταν πολύ χαρούμενοι και έπαιζαν κάθε μέρα. 'Eκαναν εξάσκηση σε απογειώσεις πολύ συχνά, σπινιάρανε και διπλώνανε και τινάζονταν και όσο και αν πετούσαν δεν τους ήταν αρκετό. Πέταξαν όμως και πάρα πολύ και ο 'Eντι πάγωσε, τα αυτιά και το πρόσωπό του, η μύτη του και όλα επανήλθαν εκτός από την μύτη, που παρέμεινε μπλε παγωμένη. Και έγινε θέαμα για όλους αυτή η μπλε μύτη. Ήταν όμως και λαμπερή και αποτελούσε ένα όμορφο αξιόλογο φωτάκι. 'Oποτε ο 'Eντι ανοιγόκλεινε τα μάτια του, η μύτη του φώτιζε τον ουρανό. 'Oλοι οι τάρανδοι ήρθαν να το δουν και χαίρονταν.

'Oταν το είδε και ο Αϊ Βασίλης, προβληματίστηκε με την λάμψη της μύτης του 'Eντι. Είπε στον Αϊ Βασίλη : «Θυμώσατε;» «όχι, χάρηκα» είπε ο Αϊ Βασίλης «Από δω και στο εξής θα είσαι το ελάφι αμέσου ανάγκης! Συγνώμη, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι μερικές φορές χάνουμε την διεύθυνση κάποιου ή ανακαλύπτω μετά την προσγείωση ότι πολλά παιδιά δεν είναι στην πόλη. Και αν έχουν μετακομίσει, ξέρεις κολλάμε και βρισκόμαστε σε άμεση ανάγκη. Γιατί για όποιον μετακομίσει ή είναι σε διακοπές σημαίνει ότι πρέπει να βρεις την νέα του τοποθεσία και να του παραδόσεις το δώρο του. Για όλα αυτά θα σε ενημερώνουμε εμείς έτσι ώστε να μην μένει κανείς παραπονεμένος. Πάντα χρειαζόμασταν κάποιον που να μπορεί να κάνει αυτές τις μεταφορές και τώρα έχουμε εσένα!! Διότι όσο τρέχουμε στο χιόνι και το δικό σου έλκηθρο θα είναι μαζί μας, όμως μόλις εγώ χτυπήσω το μαστίγιό μου δεν μπορώ να σταματήσω παρά μόνο στον επόμενο προορισμό. Οπότε εκεί θα γυρνάς εσύ. Θα καλύπτεις αυτά που χάνουμε, και η υπέροχη λαμπερή μπλε μύτη σου θα σε οδηγεί με ασφάλεια στο χιόνι. Και όσοι στον κόσμο θα βλέπουν αυτό το φως θα ξέρουν ότι είναι ο 'Eντι με την μπλε μύτη».

Και έτσι ο 'Eντι τράβηξε και αυτός έλκηθρο με την βοήθεια του ξωτικού και φίλου του Ρέι και την μπλε μύτη του να αναβοσβήνει στον αέρα. Η μαμά του 'Eντι γέμισε χαρά και περηφάνια, γιατί και δούλευε ο γιος της αλλά και για την δουλειά που έκανε. 'Eτσι κοιτάει κάθε χριστουγεννιάτικη νύχτα έξω να δει κάθε φως που αναβοσβήνει και να το χαιρετήσει. Και σκέφτεται πόσο τυχερή ήταν που βρήκε και διάβασε επίτηδες λάθος την αγγελία. 'Eτσι λοιπόν, να πάτε για ύπνο ήσυχα, όπου και να βρίσκεστε ακόμη και μακριά από το σπίτι , γιατί ο 'Eντι με την μπλε μύτη θα σας βρει και θα σας δώσει το δώρο σας!!

www.christmas.pathfinder.gr

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Η λίστα ιστολογίων μου

Σελίδες

Protected by Copyscape Plagiarism Checker